Greek
Εἶστε ἐδῶ: Ἀρχική » Μουσικολογικὰ » Μεταρρύθμισις 1814 » Πρώιμα μεταρρυθμιστικὰ βήματα τοῦ Χρυσάνθου

Πρώιμα μεταρρυθμιστικὰ βήματα τοῦ Χρυσάνθου

print
email

Ἱερομονάχου Συμεών


Τὸ ἀρχέτυπο Μέγα Θεωρητικὸ τοῦ Χρυσάνθου,
ὁ κώδικας ΜΠΤ 716
καὶ οἱ 3 σημειογραφικὲς φάσεις τῆς μεταρρυθμίσεως


Εἰσήγησις στὸ Διεθνὲς ἐπιστημονικὸ ἐπετειακὸ Συνέδριο τοῦ Σχολείου Ψαλτικῆς γιὰ τὰ 200 χρόνια τῆς Νέας Μεθόδου (17-18 Ὀκτωβρίου 2014)

 

Θὰ ἐπιχειρήσω μιὰ μικρὴ διείσδυση στὴν ἐξελικτικὴ πορεία τῆς μεταρρυθμιστικῆς σκέψεως τοῦ Χρυσάνθου μέσα ἀπό χργφ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, ποὺ περιέχουν εἴτε τὸ θεωρητικό του ἔργο, εἴτε πρώιμες (δηλ. προγενέστερες τῆς τελικῆς μορφῆς τῆς Νέας Μεθόδου) ἐξηγηματικὲς ἀπόπειρες. Κύριο ἄξονα τῆς παρούσης θὰ ἀποτελέσει μιὰ ἄγνωστη ἕως τώρα ἐκδοχὴ τοῦ Μεγάλου Θεωρητικοῦ τοῦ Χρυσάνθου, ποὺ ὅπως θὰ φανεῖ προηγεῖται ὁπωσδήποτε χρονολογικῶς τῶν μέχρι σήμερα γνωστῶν (αὐτογράφου τοῦ 1816 καὶ ἐντύπου τοῦ 1832) ἐνῶ πιθανότατα συνιστᾶ τὴν πρωταρχική του μορφή. Ὁπωσδήποτε, ἡ ὀψιμότερη γνώμη ἑνός ἐπιστήμονα περί τινος ἀντικειμένου –καὶ ἐν προκειμένῳ ἡ ἐκδοθεῖσα μορφὴ τοῦ Μεγάλου Θεωρητικοῦ– θὰ πρέπει νὰ θεωρεῖται ὅτι προέκυψε ἔπειτα ἀπὸ βαθύτερη καὶ πληρέστερη ἔρευνα, καὶ ἐν πάσῃ περιπτώσει ὅτι αὐτὴ ἐκφράζει τὸν ἐπιστήμονα. Ὅμως καὶ οἱ πρωιμότερες ἀπόπειρες τοῦ Χρυσάνθου μᾶς εἶναι μουσικολογικῶς χρησιμότατες, εἴτε πρὸς διασαφήνισιν σκοτεινῶν τινων σημείων μὲ ἐνδεχόμενη διαφορετικὴ διατύπωση, εἴτε –τὸ σπουδαιότερο­– πρὸς καλλιτέραν ἐμβάθυνσιν καὶ κατανόησιν:

  • ♦  τοῦ πνεύματος τῶν 3 μεταρρυθμιστῶν καὶ τῆς μεθοδολογίας των,
  • ♦  τῆς πορείας διαμορφώσεως τῆς Νέας Μεθόδου καὶ τῆς σχέσεώς της μὲ τὴν παλαιά,
  • ♦  καὶ τοῦ τρόπου ἀντιλήψεως τῆς μουσικῆς ἀπὸ τοὺς παλαιοὺς σὲ σχέση μὲ ἐμᾶς.

Τὰ μέχρι τώρα γνωστὰ χειρόγραφα ἀναδεικνύουν 3 διακριτὲς σημειογραφικὲς φάσεις τῆς μεταρρυθμίσεως. Ἡ τελευταία ἐξ αὐτῶν εἶναι βεβαίως ἡ κοινῶς χρησιμοποιουμένη σήμερα Νέα Μέθοδος, ἡ ὁποία ἔλαβε κατὰ τὸ πλεῖστον τὴν τελική της μορφή στὰ 1816, ὅπως θὰ δοῦμε στὴν συνέχεια.


Οἱ δύο μουσικοὶ κώδικες τοῦ Χρυσάνθου τῶν ἐτῶν 1811 καὶ 1812

Ἂς ξεκινήσουμε τὴν μελέτη μας μὲ μιὰ συνοπτικὴ ἀναφορὰ στοὺς δύο αὐτογράφους κώδικες τοῦ Χρυσάνθου 81 καὶ 82 τῆς βιβλιοθήκης Ψάχου γραμμένους στὰ 1811 καὶ 1812 ἀντιστοίχως, «κατὰ τὸ σύστημα Χρυσάνθου» ὅπως ἀναφέρει ὁ ἴδιος, «χάριν τῶν αὐτῷ μαθητιώντων». Οἱ χρονολογίες αὐτὲς εἶναι οἱ παλαιότερες διαθέσιμες ὅσον ἀφορᾶ συστηματικὴ μεταρρυθμιστικὴ προσπάθεια. Εἶναι ἐντυπωσιακὸ ὅτι ὁ ἴδιος ὀνομάζει «σύστημα Χρυσάνθου» τὸ ἐγχείρημά του, τὸ ὁποῖο ἤδη στὰ 1811 εἶχε μορφοποιηθεῖ καὶ τὸ ὁποῖο δίδασκε ἀπὸ τότε, μαρτυρώντας ἕνα ἀρκετὰ μεγάλο βάθος χρόνου κατὰ τὸ ὁποῖο ἐργάστηκε μέχρι τὴν ὁριστικοποίηση τῆς Νέας Μεθόδου[1].

Τὸ βασικὸ γνώρισμα τοῦ ἀρχικοῦ αὐτοῦ «συστήματος» εἶναι ὁπωσδήποτε ἡ πρώτη συγκεκριμενοποίησις τοῦ δαπανωμένου χρόνου. Αὐτὸ ἐπιτυγχάνεται μὲ διάφορες διευθετήσεις ἐκ τῶν ὁποίων οἱ βασικότερες εἶναι:

  • α) Ὁρίζεται ὁ 1 χρόνος ὡς θεμελιώδης χρονικὴ ἀξία τῶν χαρακτήρων ποσότητος.
  • β) Καθορίζεται ἡ χρονικὴ ἀξία τοῦ κλάσματος ὄπως τὴν γνωρίζουμε σήμερα.
  • γ) Καθορίζεται ἡ χρονικὴ ἐνέργεια τοῦ γοργοῦ περίπου ὅπως τὴν γνωρίζουμε σήμερα.
  • δ) Τίθενται κάθετες ρυθμικὲς διαστολὲς στὸ μέλος, κυρίως μὲ βάση τὸν 4σημο ρυθμό (διπλοῦν προκελευσματικὸ κατὰ Χρύσανθο), εἰς τὸν ὁποῖο ἦταν ἔκτοτε φανερὸ πὼς εἶχε ἰδιαίτερη εὐαισθησία.

Ὅσον ἀφορᾶ τὴν λοιπὴ σημειογραφία, ἀκολουθεῖ κατὰ πόδας τὸ παλαιὸ κείμενο ὅταν αὐτὸ εἶναι ἀναλυτικό, ἀλλὰ καὶ ἀναλυτικοποιεῖ ὁ ἴδιος, ὅταν χρειάζεται, πρὸς μιὰ ἀπολύτως στοιχειώδη προσδιοριστικὴ μετροφωνία[2]. Δὲν ἔχει ἀκόμη στὴν φάση αὐτὴ ἀσχοληθεῖ μὲ καταργήσεις ἢ ἐπαναπροσδιορισμοὺς ἄλλων σημαδίων πέραν τῶν χρονικῶν. Ἡ ἀπουσία τῆς ὀξείας καὶ ἡ ἀντικατάστασις αὐτῆς ἀπὸ τὸ ὀλίγον δὲν πρέπει νὰ θεωρηθεῖ δική του ἐπέμβασις οὔτε πολὺ περισσότερο δική του ἐπινόησις. Ἤδη σὲ πολλὰ προγενέστερα χειρόγραφα ἡ ὀξεῖα εἶχε παύσει −συνειδητὰ ἢ μή− νὰ χρησιμοποιεῖται.

Τὸ «σύστημα Χρυσάνθου» ποὺ ἀποτυπώνεται στοὺς δύο κώδικες αὐτούς ἀπὸ τὰ 1811, 3 ἔτη πρὸ τῆς συστάσεως τῆς ἐπιτροπῆς, πρέπει νὰ θεωρεῖται ὡς ὁ ἀνεπίσημος ἐγκαινιασμὸς τῆς μεταρρυθμίσεως καὶ ὁ πρῶτος σημειογραφικὸς σταθμός της.


Ἡ ἄγνωστη ἐκδοχὴ τοῦ Μεγάλου Θεωρητικοῦ

Ἂς ἔλθουμε τώρα στὰ θεωρητικὰ τοῦ Χρυσάνθου. Χάρις στὴν ἐπισήμανση τοῦ Μανόλη Χατζηγιακουμῆ καὶ τὴν ἐργασία τοῦ Γεωργίου Κωνσταντίνου, εἶδε πρόσφατα τὸ φῶς τῆς δημοσιότητος ἕνας αὐτόγραφος κῶδιξ τοῦ Χρυσάνθου τοῦ ἔτους 1816, μὲ ἀριθμὸ 18 στὴν βιβλιοθήκη τῆς Δημητσάνας, περιέχων  μιὰ πρωιμότερη τοῦ ἐντύπου ἐκδοχὴ τοῦ Μεγάλου Θεωρητικοῦ του, τὴν ὁποία καὶ θὰ ἀξιοποιήσουμε ἔπειτα συγκριτικῶς. Δὲν θὰ σταθῶ ἰδιαιτέρως στὸν κώδικα Παντελεήμονος 256, καθὼς ὁμοιάζει σὲ ποσοστὸ 99% μὲ τὸ ἐκδοθὲν ἔντυπο τοῦ 1832, δείχνοντας πολὺ ἐλαφρῶς πρωιμότερο, μὲ ἐπουσιώδεις διαφορές. Ἡ ἀξία τοῦ κώδικος αὐτοῦ ἔγκειται κυρίως στὴν πολύτιμη ἐπιβεβαίωση τῆς ἀξιοπιστίας τοῦ ἐκδότου Παναγιώτου Πελοπίδου ὡς πρὸς τὴν αὐθεντικότητα τοῦ ἐκδοθέντος κειμένου. Τὸ πρωτότυπο κείμενο τοῦ κώδικος αὐτοῦ τοποθετεῖται κατὰ πᾶσα πιθανότητα στὰ 1817 - ἀρχὲς 1818[3].

Τὸ χειρόγραφο ποὺ θὰ παρουσιάσουμε ἐκτενέστερα ἀμέσως τώρα εἶναι ὁ κῶδιξ GR90 τῆς βιβλιοθήκης «Κύριλλος καὶ Μεθόδιος» τῆς Βουλγαρίας, διατεθειμένος μὲν ἐλεύθερα στὸ διαδίκτυο, χωρὶς ὅμως νὰ ἔχει τύχει τῆς δεούσης προσοχῆς μέχρι τώρα. Ὁ ἰδιαίτερα ἐπιμελημένος τοῦτος κῶδιξ περιέχει στὴν παροῦσα κατάστασή του 85 φύλλα, ἐπιγράφεται «Γραμματικὴ μουσικῆς θεωρητικῆς καὶ πρακτικῆς» καὶ ἐγράφη ἀπὸ τὸν Βυζάντιο Βασίλειο Νικολαΐδη στὸ Ἰάσιο κατὰ τὰ 1825 (εἰς τὸ ἑξῆς «Ν»).

Πολὺ εὔκολα ὁ ἀναγνώστης τοῦ χργφ Ν ἀναγνωρίζει ὅτι ἔχει μπροστά του ἕνα ἀντίγραφο τοῦ Μεγάλου Θεωρητικοῦ τοῦ Χρυσάνθου. Τὸ μεγαλύτερο τμῆμα τοῦ περιεχομένου προέρχεται ἀπὸ κατὰ λέξη ἀντιγραφὴ εἴτε τοῦ ἐντύπου (τὸ ὁποῖο ἦταν ἀκόμη τότε ἀνέκδοτο) εἴτε τοῦ αὐτογράφου τῆς Δημητσάνας. Ὑπάρχουν βεβαίως καὶ ἀποσπάσματα ποὺ ἐκλείπουν ἀπό ἀμφότερα τὰ ἄλλα ἢ ποὺ διαφέρουν ἀρκετὰ καὶ στὰ ὁποῖα θὰ ἀναφερθοῦμε κατόπιν.

Τὸ ἐρώτημα ποὺ προβάλλει ἐν πρώτοις εἶναι τὸ ἑξῆς: Εἶναι δυνατὸν ὁ Νικολαΐδης στὴν Μολδοβλαχία νὰ εἶχε στὴν κατοχή του δύο (ἢ περισσότερα) χργφ μὲ διαφορετικὲς ἐκδοχὲς τοῦ Μεγάλου Θεωρητικοῦ; Ἐπιπλέον, θὰ εἶχε τὴν δυνατότητα ὡς θεωρητικὸς ἀφ᾿ ἑνὸς μὲν νὰ τὰ ἀντιγράφει ἐπιλεκτικά[4], ἀφ᾿ ἑτέρου δὲ νὰ ἐπεμβαίνει καὶ στὸ περιεχόμενο διασκευάζοντάς το καὶ μάλιστα πρὸς μιὰ κατεύθυνση πιὸ πρωτογενῆ καὶ ἐν πολλοῖς πιὸ δυσνόητη; Ὁπωσδήποτε εἶναι τόσο ἀπίθανο ποὺ χωρὶς μεγάλο ρίσκο θὰ μπορούσαμε αὐτομάτως νὰ ἀπορρίψουμε τὴν ὑπόθεση αὐτή. Τὸ πιὸ σημαντικὸ στοιχεῖο ὅμως, ὅπως θὰ δείξουμε στήν συνέχεια, εἶναι πὼς ὁ γραφεὺς ἦταν ἀρκετὰ ἀδαὴς περὶ τῆς θεωρίας τῆς μουσικῆς, τόσο ποὺ σὲ καμία περίπτωση δὲν θὰ ἀποτολμοῦσε νὰ ἐπέμβει διορθωτικὰ σὲ κείμενα ἀνυπερβλήτου κύρους καὶ τεραστίου βάθους γιὰ τὴν ἐποχή των, οὔτε πολὺ περισσότερο νὰ προσθέσει καὶ ἀποσπάσματα δικῆς του θεωρίας, τὰ ὁποῖα μάλιστα δείχνουν νὰ προέρχονται ἀπὸ πολὺ σπουδαῖο μουσικό.

Ἂς διεξέλθουμε κάποια σημεῖα τοῦ χειρογράφου ποὺ σαφῶς ἐκθέτουν τὸν Νικολαΐδη ὡς θεωρητικό, καὶ συνεπῶς διασφαλίζουν σὲ πολὺ μεγάλο βαθμὸ τὴν αὐθεντικότητα τοῦ κειμένου. Στὴν §25 ἐπιχειρεῖται διαχωρισμὸς τῶν χαρακτήρων τῶν φθόγγων σὲ σώματα καὶ πνεύματα, κάτι στὸ ὁποῖο ἔπαυσε γενικῶς νὰ δίνει ἔμφαση ἡ Νέα Μέθοδος. Τὸ πιὸ ἐνδιαφέρον ἐδῶ εἶναι ὅτι στὰ πνεύματα κατατάσσει τὸ ἐλαφρὸν καὶ τὴν χαμηλή, μὴ δυνάμενα νὰ γράφονται μόνα (χωρὶς κάποιο σῶμα). Αὐτὸ εἶναι στοιχεῖο τῆς παλαιᾶς γραφῆς, ὁπωσδήποτε ξεκαθαρισμένο ὁριστικὰ στὰ 1825 (ἔτος γραφῆς τοῦ Ν), 9 ἔτη μετὰ τὴν ἀποκρυστάλλωση καὶ καθολικὴ ἐπικράτηση τῆς Νέας Μεθόδου καὶ ἐνῶ ἤδη κυκλοφοροῦσαν τύποις τὸ μικρὸ θεωρητικὸ τοῦ Χρυσάνθου καὶ μερικὰ μουσικὰ βιβλία. Ἡ ἴδια ἀστοχία παρατηρεῖται στὴν διαίρεση τῆς βαρείας σὲ μεγάλη καὶ μικρὴ (ἢ ἀλλιῶς μαύρη καὶ κόκκινη, §104), στὸν συμβολισμὸ τῆς παύσεως (§99) κ.ἀ. Ταυτόχρονα, ὁ γραφεὺς δείχνει πὼς ἀδυνατεῖ νὰ ἀναγνωρίσει τὴν σημασία κάποιων λεπτομερειῶν, ὅπως πχ τὴν χρήση κεφαλαίων γραμμάτων γιὰ τὴν σήμανση τῶν φθόγγων τῆς δισ-διαπασῶν (§§43-44, 73, 83, 218, 229, 252, 281) ἢ νὰ ἀντιγράψει σωστὰ κάποια δυσδιάκριτα ἴσως σύμβολα τοῦ Χρυσάνθου (§§82, 135), ἐνῶ παραποιεῖ ἀδικαιολόγητα τὸ νόημα κάποιων φράσεων (§78, βλ. αὐτόγραφο §104).

Μποροῦμε συνεπῶς μὲ ἀρκετὰ μεγάλη ἀσφάλεια νὰ ὑποθέσουμε ὅτι ὁ Νικολαΐδης ἀντιγράφει κάποιο ἄλλο χργφ καὶ δὴ ὅσο πιὸ τυφλά εἶναι δυνατόν. Ἐφ᾿ ὅσον δέ, ὅπως ἐδείχθη, πρόκειται γιὰ κείμενο τοῦ Χρυσάνθου, εἶναι προφανὲς ὅτι εὑρισκόμαστε ἐνώπιον ἀντιγράφου μιᾶς ἄγνωστης ἐκδοχῆς τοῦ θεωρητικοῦ τοῦ Χρυσάνθου.


Χρονολόγησις τοῦ Θεωρητικοῦ τοῦ Νικολαΐδου

Τὰ ἑπόμενα ἐρωτήματα ποὺ εὐλόγως ἀνακύπτουν ἀφοροῦν τὴν χρονολόγησή του καὶ τὴν σχέση του μὲ τὶς γνωστὲς σὲ ἐμᾶς ἐκδοχὲς τοῦ Μεγάλου Θεωρητικοῦ. Οἱ οὐκ ὀλίγες περιπτώσεις ἐπεξηγηματικῶν προσθηκῶν (ἀπὸ μεμονωμένες λέξεις μέχρι πλήρεις παραγράφους) τοῦ αὐτογράφου τῆς Δημητσάνας ἔναντι τοῦ Ν, οἱ ὀλίγιστες ὑποσημειώσεις τοῦ Ν -ἀρχαιοελληνικῶν παραθεμάτων κυρίως ἀλλὰ ὄχι μόνον- σὲ σχέση μὲ τὸ αὐτόγραφο καὶ ἡ γενικὴ ἀπουσία ὀρθογραφικῶν κανόνων ἐμφανιζομένων στὸ αὐτόγραφο τοῦ 1816 καὶ ὑστερότερα συνιστοῦν ἰσχυρότατες ἐνδείξεις πρωιμότητος τοῦ Ν.

Ἀρκούντως ἐπιβεβαιωτικὰ τῆς πρωιμότητός του θεωροῦμε ἐπίσης τὰ ἑξῆς συγκεκριμένα σημεῖα:

  • α) Αὐτὴν καθ᾿ ἑαυτὴν τὴν προαναφερθεῖσα διάκριση τῶν χαρακτήρων ποσότητος σὲ σώματα καὶ πνεύματα (§25), ἡ ὁποία ὡς γνωστὸν σταδιακὰ ἐκρίθη περιττή καὶ ἔκτοτε συναντᾶται μόνον σποραδικά καὶ συμπτωματικά. Ἤδη στὸ αὐτόγραφο τοῦ 1816 (§35) ὁ Χρύσανθος διακρίνει τοὺς χαρακτῆρες ἁπλῶς σὲ δυναμένους ἢ μὴ νὰ γράφονται μόνοι.
  • β) Τὴν γενικὴ περιγραφὴ τῆς διέσεως καὶ ὑφέσεως ὡς «τόνου ὀξυνθέντος ἢ βαρυνθέντος ἡμιτόνῳ», χωρὶς ἀναφορὰ καὶ συμβολισμὸ τῶν ἐπὶ μέρους ὑποπεριπτώσεων (§§174-178).
  • γ) Τὴν πρωτοφανῆ ἐνέργεια τοῦ διγόργου καὶ τριγόργου, ἡ θεμελιώδης ἐνέργεια τῶν ὁποίων ἐκτείνεται ἐπὶ 2 μόνον χαρακτήρων (παρομοίως μὲ τοῦ γοργοῦ). Πρόκειται οὐσιαστικῶς γιὰ ὑποπεριπτώσεις τοῦ λεγομένου σήμερα παρεστιγμένου γοργοῦ. Οὐδέποτε συναντᾶται τέτοιος ὁρισμὸς γιὰ τὸ δίγοργον ἀπὸ τὰ 1816 καὶ δῶθε καὶ βεβαίως θὰ ἦταν ἐκτὸς πάσης λογικῆς μιὰ τέτοια ἐπινόησις ἀπὸ τὸν κάθε Νικολαΐδη στὰ 1825. Ἀσφαλῶς τυγχάνει μιὰ πρωτογενὴς ἀπόπειρα τοῦ Χρυσάνθου, βελτιωμένη ἐπιτυχῶς στὴν συνέχεια.
  • δ) Κυρίως τὰ προαναφερθέντα σημεῖα (μικρὴ βαρεῖα καὶ ἡ χαμηλὴ ὡς πνεῦμα) συνηγοροῦν ἀκόμη περισσότερο γιὰ τὴν τοποθέτηση τοῦ ἀρχετύπου χργφ σὲ πρώιμη ἐποχὴ διεργασιῶν τῆς Ἐπιτροπῆς, πρὸ τῆς τελικῆς κατασταλάξεως τουλάχιστον τῆς σημειογραφίας τῆς Νέας Μεθόδου, ἡ ὁποία φαίνεται νὰ ἔχει ὁλοκληρωθεῖ κατὰ 99% τὸν Σεπτέμβριο τοῦ 1816 (χρόνος συγγραφῆς τοῦ αὐτογράφου τῆς Δημητσάνας).
  • ε) Τὴν περιγραφὴ καὶ σήμανση τοῦ συντόμου καὶ ἀργοῦ δρόμου μὲ ἔκδηλη τὴν ἐπήρεια τῆς παλαιᾶς φιλοσοφίας, τὴν ὁποία καὶ θὰ παρουσιάσουμε ἀναλυτικῶς σὲ ἕτερο ἄρθρο.
  • στ) Ἂν καὶ πρόκειται γιὰ ἀνεπαίσθητη λεπτομέρεια, ἀποδεικνύεται ὅμως ἰδιαίτερα ἐνδιαφέρουσα: Στὴν §186 τοῦ αὐτογράφου, ὁ Χρύσανθος ἀντιγράφει ἀρχικὰ ἕνα λάθος ποὺ ἀναπαρήγαγε τυφλὰ καὶ ὁ Νικολαΐδης («ἡμίτονον» ἀντὶ «τόνον») ἀλλὰ τὸ διορθώνει ὁ ἴδιος ἐπὶ τόπου (ὡς φαίνεται σαφῶς), ἀναδεικνύοντας μὲ τὸν τρόπο αὐτὸ τὸ αὐτόγραφο μεταγενέστερο.
  • ζ) Ἀπρόσμενη βοήθεια μᾶς προσφέρουν οἱ ἀβλεψίες τοῦ Χρυσάνθου κατὰ τὴν συγγραφὴ τοῦ αὐτογράφου. Στὴν κανονικὴ ἀρίθμηση τῶν παραγράφων παρεμβάλλεται ἀπρόοπτα ὁ α/ἀ §84 ἀντὶ τοῦ ὀρθοῦ 110, ἐνῶ μετὰ συνεχίζει κανονικὰ στὴν §111. Τὸ περιεχόμενο τῆς ἐπίμαχης ἀσυμφώνου παραγράφου ταυτίζεται σχεδὸν ἀπαραλλάκτως μὲ τὴν §84 τοῦ Ν καὶ ἀποδεικνύει ὅτι τὸ κείμενο τοῦ αὐτογράφου πατάει πάνω στὸ κείμενο τοῦ Ν. Παρόμοιο σφάλμα τοῦ Χρυσάνθου στὶς §§ 174-175 καὶ 189 τοῦ αὐτογράφου χωρὶς ὅμως ἀκριβῆ ταύτιση ἀριθμήσεως μὲ τὸ Ν δείχνει νὰ ἀδυνατίζει τὴν ἰσχὺ τῆς ὑποθέσεως αὐτῆς. Ὅπως ὅμως θὰ ἀποδειχθεῖ στὴν συνέχεια συμβαίνει τὸ ἀκριβῶς ἀντίθετο.
  • Ἀξίζει ἐδῶ νὰ ἀναφερθεῖ παρεμπιπτόντως ὅτι ἡ ἀπροσεξία αὐτὴ προβάλλει ταυτόχρονα καὶ ὡς ἔνδειξη -ὄχι ἐπαρκὴς ὁπωσδήποτε- ὅτι τὸ γνωστό μας αὐτόγραφο προέκυψε κάπως πρόχειρα, ὡς ἐπὶ τόπου μορφοποίηση-διασκευὴ ἑνὸς προσχεδίου, κατὰ τὴν ὁποία ὁ Χρύσανθος χρησιμοποιεῖ καὶ τὸ πρωτότυπο τοῦ Ν. Στὸ ἴδιο πόρισμα μᾶς κατευθύνει καὶ ἡ τάση του κατὰ τὴν σύνταξη τοῦ τελικοῦ κειμένου τοῦ ἐντύπου νὰ ἀντιγράφει συχνὰ κατ᾿ εὐθείαν ἀπὸ τὸ ἀρχικὸ κείμενο τοῦ Ν, ἐγκαταλείποντας τυχὸν διασκευὴ ποὺ ὁ ἴδιος ἐπεχείρησε κατὰ τὴν συγγραφὴ τοῦ κώδικος τῆς Δημητσάνας. Γιὰ τὸν ἴδιο λόγο ἐνδεχομένως, οἱ τίτλοι καὶ ἡ σειρὰ τῶν περὶ ρυθμοῦ κεφαλαίων, τὰ ὁποῖα ὁ Γρηγόριος τοῦ εἶχε ζητήσει νὰ παραλείψει, παρατίθενται στὸ αὐτόγραφο ἀπαραλλάκτως ὅπως καὶ στὸ Ν, ἐνδεικνύοντας ὅτι στὴν συγκεκριμένη φάση δὲν ἀσχολήθηκε μὲ μιὰ τελείως συστηματικὴ ἀναθεώρηση τοῦ πονήματός του.

Ὁ κῶδιξ ΜΠΤ 716 καὶ ἡ σχέσις του μὲ τὸ Θεωρητικὸ τοῦ Νικολαΐδου

Σημαντικότατοι στὸ σημεῖο αὐτὸ θεωροῦνται κάποιοι μουσικοὶ κώδικες τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, προφανῶς δημιουργηθέντες γιὰ τὶς διδακτικὲς ἀνάγκες τῆς νεοσυσταθείσης σχολῆς καὶ ἐνῶ οἱ ζυμώσεις τῆς μεταρρυθμίσεως συνεχίζονταν[5]. Ἀντιπροσωπευτικὰ θὰ ἀξιοποιήσουμε τὸν χρονολογημένο στὶς 30/7/1815 κώδικα ΜΠΤ 716, ἕνα Ἀναστασιματάριο τοῦ Πέτρου Πελοποννησίου. Ἡ σημειογραφία του ἀνήκει σαφῶς σὲ ἕνα μεταβατικὸ στάδιο, μὲ πολλὲς ὁμοιότητες πρὸς τὴν γνωστὴ σήμερα Νέα Μέθοδο, ἀλλὰ καὶ στοιχεῖα ἀπὸ τὴν παλαιὰ γραφή, ἐγκαταλειφθέντα στὴν συνέχεια. Στὸν κώδικα συναντᾶμε σημάδια ποὺ φανερώνουν συγγένεια μὲ τὸ θεωρητικὸ Ν. Αὐτὰ εἶναι:

Στὸν ΜΠΤ 716 ὅμως περιλαμβάνονται καὶ σημεῖα τὰ ὁποῖα δυσχεραίνουν πως τὴν χρονικὴ ταυτοποίηση. Αὐτὰ εἶναι κυρίως τὸ τρομικὸν (μαῦρο καὶ κόκκινο) καὶ τὸ ἀπόδομα, καθὼς ἐπίσης καὶ τὸ (ὁρισθὲν παρὰ τοῦ ὁμιλοῦντος ὡς) διπλοῦν γοργόν, περιέχον ἁπλῶς δύο διαδοχικὰ γοργά. Τί μπορεῖ νὰ συμβαίνει;

Ἡ σημειογραφία τοῦ ΜΠΤ 716 φαίνεται νὰ συμπίπτει μὲ τὴν κρατοῦσα θεωρία τῶν ἀρχῶν τοῦ ἔτους 1816. Ὁ Χρύσανθος καταγράφει στὸ παράρτημα τοῦ αὐτογράφου τὰ ἐρωτήματα στὰ ὁποῖα ἐξετάστηκαν οἱ μαθητὲς τῆς σχολῆς κατὰ τὸ ἔτος 1816 «ἐπὶ τῆς ἐν τῷ Πατριαρχείῳ γενομένης συνοδικῆς ἀνακρίσεως». Ἐάν, κατὰ τὰ νεώτερα στοιχεῖα, ἐκλάβουμε ὡς χρόνο ἱδρύσεως τῆς σχολῆς τὸν Ἰανουάριο τοῦ 1815, οἱ ἐξετάσεις αὐτὲς πιθανῶς θὰ ἔλαβαν χώρα τὸν Ἰανουάριο τοῦ 1816, ἐπὶ τῇ συμπληρώσει ἑνὸς ἔτους λειτουργίας της. Στὴν συνοπτικὴ παράθεση τῶν σημείων ποιότητος, ὁ Χρύσανθος συμπεριλαμβάνει τὸ ἀπόδομα καὶ τὸ τρομικόν[6], κάτι ποὺ ὁ ἴδιος βεβαίως δὲν ἔπραξε στὸ ἴδιο τὸ αὐτόγραφο θεωρητικό του. Δὲν παραξενεύει ἐδῶ ἡ ἀπουσία τῆς μικρῆς βαρείας, καθ᾿ ὅτι -κατὰ τὴν μεθοδολογία καὶ τοῦ Ν- αὐτὴ ἀποτελεῖ ὑποπερίπτωση τῆς βαρείας. Σὲ μιὰ ἀναλυτικότερη περιγραφὴ τῶν ὑποστάσεων (ὅπως συμβαίνει στὸ Ν) θὰ ἀναφερόταν ἡ διαίρεσις τῆς βαρείας σὲ μεγάλη καὶ μικρή. Τὸ αὐτὸ μπορεῖ εὔκολα νὰ ὑποτεθεῖ καὶ γιὰ τὸ κόκκινο τρομικὸν καὶ τὸ διπλοῦν γοργόν. Ἀξίζει νὰ σημειωθεῖ ἐδῶ ὅτι ἡ μικρὴ βαρεῖα ἦταν τὸ τελευταῖο σημάδι τῆς παλαιᾶς γραφῆς ποὺ καταργήθηκε, συναντώμενη ἀκόμη καὶ στὶς πρῶτες ἐξηγήσεις τῆς Νέας Μεθόδου ὅπως καὶ ἡ σύνθεση ἀντικενώματος καὶ διπλῆς.

Γιατὶ ὅμως τὸ τρομικὸν καὶ τὸ ἀπόδομα δὲν ἀναφέρονται στὸ Ν; Πρόκειται γιὰ ἕνα πρόβλημα ποὺ θὰ μποροῦσε ὄχι μόνο νὰ ἀνατρέψει τὴν μέχρι τοῦδε συλλογιστική μας πορεία, ἀλλὰ καὶ νὰ προκαλέσει τελεία σύγχυση στὴν χρονολόγηση καὶ ὁποιαδήποτε μουσικολογικὴ μελέτη τοῦ ἐν λόγῳ θεωρητικοῦ. Τὶς δύο περιπτώσεις αὐτὲς δεχόμαστε ὡς ὀφθαλμοφανῶς μὴ ἰσχύουσες στὰ 1825, ἀκόμη καὶ γιὰ ἕναν θεωρητικὸ τοῦ ἐπιπέδου τοῦ Νικολαΐδου. Πρὸς ἐνίσχυσιν τῆς θέσεως αὐτῆς περὶ τῶν σημείων τούτων ἐπικαλούμαστε καὶ τὴν ἑξῆς λεπτομέρεια: Ἐνῶ πάγια τακτικὴ τοῦ Χρυσάνθου (καὶ στὸ Ν καὶ στὰ μεταγενέστερα) ἀποτελεῖ ἡ κατ᾿ ἀρχὴν ἀναγγελία τοῦ πλήθους τῶν σημείων στὰ ὁποῖα πρόκειται νὰ ἀναφερθεῖ, εἰδικῶς στὶς ἔγχρονες καὶ ἄχρονες ὑποστάσεις ὁ Νικολαΐδης τὸ ἀποφεύγει. Φαίνεται πώς, ἐξαλείφοντας ἀπὸ τὶς μὲν τὸ ἀπόδομα καὶ ἀπὸ τὶς δὲ τὸ τρομικόν, ἀπεσιώπησε ἀμήχανα καὶ τοὺς ἀριθμοὺς 5 καὶ 8, δηλωτικοὺς τοῦ πλήθους των. Συνάμα θὰ πρέπει νὰ ὑποθέσουμε ὅτι παρέλειψε καὶ τὶς δύο παραγράφους ποὺ θὰ περιέγραφαν τὶς δύο αὐτὲς ὑποστάσεις, προκαλώντας ἔτσι μιὰ ὑστέρηση κατὰ 2 στοὺς αὔξοντες ἀριθμούς τῶν παραγράφων σὲ σχέση μὲ τὸ πρωτότυπό του. Πράγματι, ὁ Χρύσανθος, στὸ κατοπινὸ λάθος του ἐπὶ τῆς ἀριθμήσεως τῆς §189 τοῦ αὐτογράφου τῆς Δημητσάνας (ποὺ ἀναφέραμε προηγουμένως), ἡ ὁποία ἀποτελεῖ κατὰ βάσιν ἀντιγραφὴ τῆς §193 τοῦ Ν, δὲν ἀντιγράφει «193», ἀλλὰ «195», ἐνισχύοντας ἐντελῶς ἀπρόσμενα τὴν ὡς ἄνω ὑπόθεση περὶ ἀπαλείψεως δύο παραγράφων ἐκ μέρους τοῦ Νικολαΐδου. Ἀκριβῶς τὸ ἴδιο παρατηρεῖται καὶ στὶς §§174-175 τοῦ αὐτογράφου, τὶς ὁποῖες ἀρχικὰ ὁ Χρύσανθος εἶχε ἀριθμήσει 185-186 καὶ διόρθωσε κατόπιν.

Θὰ ἦταν τέλος παράλειψις νὰ μὴν ἐπισημάνουμε τὴν περίπτωση τῆς παύσεως, συμβολιζομένης στὸ Ν διά μόνης τῆς ἁπλῆς («ἔξω τῶν χαρακτήρων»), καὶ ἐμφανιζομένης στὸν ΜΠΤ 716 ὡς συνθέσεως βαρείας καὶ ἁπλῆς, ὅπως ἐπικράτησε τελικῶς. Ἡ λεπτομέρεια αὐτὴ ἀναδεικνύει τὸ θεωρητικὸ Ν ἐλαφρῶς προγενέστερο τοῦ ΜΠΤ 716, συνταχθὲν ἆρα πρὸ τοῦ Ἰουλίου τοῦ 1815. Στὸ ἴδιο συμπέρασμα μᾶς κατευθύνει καὶ ἡ χρήση τοῦ διγόργου στοὺς κώδικες τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, ἡ ὁποία φαίνεται πὼς συμπίπτει μὲ τὴν σημερινὴ καὶ ὄχι μὲ τὴν ἀρχικῶς περιγραφομένη στὸ Ν.


ΠΟΡΙΣΜΑΤΑ

Ἡ σημειογραφία τοῦ ΜΠΤ 716, συνοδευομένη κατὰ τὸ πλεῖστον θεωρητικῶς ἀπὸ τὸ πρωτότυπο κείμενο τοῦ κώδικα τοῦ Νικολαΐδου, συνιστᾶ τὸν δεύτερο σταθμὸ στὴν σημειογραφικὴ ἐξέλιξη τῆς μεταρρυθμίσεως. Ἀπὸ τὰ διαθέσιμα στοιχεῖα καὶ μέχρι νὰ εὑρεθοῦν νέωτερα, μποροῦμε νὰ ὑποθέσουμε ὅτι αὐτὴ ὑπῆρξε ἡ διδακτέα παρασημαντικὴ κατὰ τὸ 1815, 1ο ἔτος λειτουργίας τῆς μουσικῆς σχολῆς. Ἆρα καὶ οἱ ἀρχικὲς ἐξηγήσεις τῆς φάσεως αὐτῆς λογικὰ θὰ πρέπει νὰ ἐκπονήθηκαν στὶς ἀρχὲς τοῦ αὐτοῦ ἔτους ἢ καὶ στὰ τέλη τοῦ 1814. Κατὰ τὸ 1814 συνεπῶς φαίνεται πὼς ὁ Χρύσανθος θὰ εἶχε ὁλοκληρώσει τὴν ἀρχέτυπη ἔκδοση τοῦ Μεγάλου Θεωρητικοῦ, ἡ ὁποία, ὅπως ἐδείχθη, ἦταν −ἔστω καὶ ἐλαφρῶς− προγενέστερη τοῦ κώδικος ΜΠΤ 716[7].


Χαρακτηριστικὰ τῆς 2ας σημειογραφικῆς φάσεως

Συγκρίνοντας τὸν ΜΠΤ 716 μὲ τὸ παλαιό, εὔκολα παρατηρεῖ κανεὶς ὅτι ἡ ὀρθογραφία τῆς ἐξηγήσεως ἀκολουθεῖ κατὰ πόδας τὴν παλαιὰ[8] μὲ μιὰ ἐλαφρὰ ἀναλυτικοποίηση πολὺ λίγων σημείων, μαρτυρώντας τὴν σχετικὴ ἀπροθυμία τῶν 3 διδασκάλων στὴν φάση αὐτὴ γιὰ ριζοσπαστικὲς ἐπεμβάσεις ἐπὶ τῆς οὐσίας. Ἀπὸ τὸν παραλληλισμὸ αὐτὸ καὶ ἔχοντας ὑπ᾿ ὄψιν τὴν σημερινὴ μορφὴ τῆς Νέας Μεθόδου, διαπιστώνει κανεὶς ὅτι τὸ χαρακτηριστικὸ γνώρισμα τῆς φάσεως αὐτῆς εἶναι κυρίως ἡ ἐγκατάλειψις κάποιων σημαδίων. Πιὸ συγκεκριμένα, ὁριστικοποιεῖται ἡ χρῆσις τῶν βασικῶν ἐγχρόνων ὑποστάσεων (γοργοῦ καὶ κλάσματος μετὰ τῶν παραγώγων), ἀποκρυσταλλώνονται οἱ ἀπαραίτητοι καὶ ἐπαρκεῖς χαρακτῆρες ποσότητος ὅπως τοὺς γνωρίζουμε καὶ σήμερα, καὶ ξεκινοῦν οἱ διεργασίες ἐπὶ τῶν λοιπῶν ὑποστάσεων. Ἀπὸ αὐτές, μερικὲς ἔχουν ἀντικατασταθεῖ ἀπὸ ἄλλες, μερικὲς ἔχουν παρασταθεῖ ἀναλυτικῶς καὶ μερικὲς ἔχουν ἀπαλειφθεῖ ἁπλῶς καὶ τελείως χωρὶς ἄλλη ἐπέμβαση ἐπὶ τοῦ κειμένου. Ταυτόχρονα, ἀπαντῶνται καὶ σημάδια τῶν ὁποίων στὴν ἑπομένη (3η) φάση διασκευάσθηκε ἡ χρήση καὶ ὀρθογραφία (ὅπως πχ ἡ πεταστὴ σὲ συνδυασμὸ μὲ τὸ ἀντικένωμα, ποὺ ἤδη ἀποτελεῖ ἀντικείμενο ἰδιαιτέρας μελέτης τοῦ γράφοντος) ἢ ἐγκατελείφθησαν.


Τὸ Τρομικόν

Ἀπὸ τὰ τελευταῖα, ἰδιαίτερο ἐνδιαφέρον παρουσιάζει ἡ περίπτωσις τοῦ τρομικοῦ. Μελετώντας τὸν ΜΠΤ 716, παρατηροῦμε ὅτι κατὰ βάσιν μεταφέρθηκε αὐτούσιο ἐκ τοῦ παλαιοῦ, τιθέμενο στὸ γνωστὸ 4σημο μελικὸ σχῆμα. Γιατί ἄραγε τὸ τρομικὸν ἐξέλιπε ἀργότερα;

Ἔχοντας ὑπ᾿ ὄψιν ὡς δεδομένο τὸν προσδιοριστικὸ προσανατολισμὸ τῶν 3 μεταρρυθμιστῶν, θεωροῦμε ἀπαραίτητο νὰ σταθοῦμε στὸ γεγονὸς ὅτι ὁ Χρύσανθος, ἤδη ἀπὸ τὴν ἀρχέτυπη ἔκδοση τοῦ Μεγάλου Θεωρητικοῦ καὶ σὲ ὅλες τὶς μεταγενέστερες, ἀφιερώνει μία παράγραφο σὲ κάθε σημάδι τῆς Νέας Μεθόδου, περιγράφοντας τὸν λόγο ὑπάρξεώς του. Εἰδικῶς στὶς ἄχρονες ὑποστάσεις ἀποδίδει ἀπαραιτήτως καὶ κάποια ἐνέργεια, εἴτε πρόκειται γιὰ τονισμό, εἴτε γιὰ λαρυγγισμό, εἴτε γιὰ κάποιο ποίκιλμα γενικῶς. Εἶναι ἀρκετὰ σαφὲς ὅτι οἱ 3 διδάσκαλοι κρατοῦν ἀπὸ τὴν παλαιὰ γραφὴ[9] −μάλιστα χωρὶς καμμία σχεδὸν ἐπεξεργασία στὴν συγκεκριμένη φάση− τὰ σημάδια ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα, τουλάχιστον κατ᾿ αὐτούς, χρεώνονταν μὲ κάποια προσδιοριστικῆς φύσεως λειτουργία. Κρατοῦν ἔτσι καὶ τὸ τρομικόν, σὲ ἀντίθεση μὲ ἄλλες ὑποστάσεις τὶς ὁποῖες, ἄνευ ἐνδοιασμῶν θἄ ᾿λεγε κανείς, ἀπέβαλαν ἐξ ἀρχῆς.

Εἶναι ἀξιοσημείωτο ὅτι παράλληλα προσέθεσαν στὴν ἐξήγηση καὶ τὸ κόκκινο τρο­μικό, ὥστε νὰ καλύψουν ὁρισμένες περιπτώσεις μὲ διπλοῦν γοργὸν οἱ ὁ­ποῖ­ες προέκυψαν ἐξ αἰτίας τῆς ἀναλυτικοποιήσεως τῆς Νέας Μεθόδου καὶ πα­ρου­σίαζαν ὁπτικῶς τὴν ἴδια μορφὴ μὲ τὸ προαναφερθὲν μελικὸ σχῆμα ἀλλὰ μὲ ἡμί­σειους χρόνους[10]. Τὸ κόκκινο τρομικό, ὅπως φαίνεται καὶ ἀπὸ τὴν τελικὴ ἀγνόησή του, πιθανῶς δὲν ἔπαιζε κανένα ἑρμηνευτικὸ ρόλο. Τὸ σημαντικὸ ἐδῶ εἶναι ὁ σχολαστικὸς σεβασμὸς ποὺ ἐπέδειξαν οἱ 3 μεταρρυθμιστὲς στὴν παραδεδομένη ὀρ­θογραφία τοῦ τρομικοῦ καὶ ἡ ὁποία τοὺς ὁδήγησε στὴν λύση αὐτή, παρ᾿ ὅλον μά­λιστα τὸν σταθερὸ προσανατολισμό τους πρὸς ἕνα κατὰ τὸ δυνατὸν περι­ο­ρι­σμὸ τοῦ πλήθους τῶν σημαδίων. Ἡ στάση τους αὐτὴ προσεπιμαρτυρεῖ τὸ αἴ­σθη­μα εὐθύνης ποὺ τοὺς διακατεῖχε καθὼς καὶ τὴν μεθοδικότητά τους κατὰ τὸ ξε­κα­θάρισμα τῆς παρασημαντικῆς.

Κατὰ τὴν τρίτη καὶ τελευταία φάση τῆς μεταρρυθμίσεως, ἔχοντας ἐνασκηθεῖ καὶ διδάξει τὴν σημειογραφία τῆς 2ας φάσεως, ἀποφασίζουν ψύχραιμα τὴν κατάρ­γη­ση τοῦ τρομικοῦ, ὄχι ὅμως καὶ τὴν ἀγνόησή του. Ἔτσι, στὶς περιπτώσεις 1 χρό­νου ἀνὰ χαρακτῆρα τὸ τρομικὸν ἀντικαθίσταται ἀπὸ τὸ ψηφιστόν, τὸ ὁ­ποῖ­ο ἀνέκαθεν ἐτίθετο στὴν ἴδια μελικὴ διάταξη ὅταν ἡ πρώτη κατιοῦσα δεχόταν ἰ­δι­αιτέρα συλλαβή. Στὶς περιπτώσεις ποὺ τὸ κείμενο ἐξηγήθηκε μὲ κλάσμα καὶ γορ­γὸν διαδοχικὰ στοὺς δύο πρώτους χαρακτῆρες, καθὼς ἐπίσης καὶ στὶς ὑπερβατὲς ἀναβάσεις, τὸ τρομικὸν ἀν­τικατεστάθη ἀπὸ τὸ ἀντικένωμα, τιθέμενο ἐπίσης σὲ περιπτώσεις ἀντίστοιχες ἀλ­λὰ μὲ 1 μόνον κατιοῦσα. Στὴν πρώτη περίπτωση (τοῦ ψηφιστοῦ), ὁ Χουρ­μού­ζιος καταγράφει σπανίως ἀντ᾿ αὐτοῦ ἀναλυτικότερα ἕνα ποίκιλμα.


Μικρὴ Βαρεῖα καὶ Ἀπόδομα

Ἡ σχολαστικότητα τῶν 3 ἐξηγητῶν, ὁ σεβασμός τους στὸ παλαιὸ κείμενο καὶ ἡ διστακτικότητά τους στὴν κατάργηση σημαδίων ἀποδεικνύεται ἐπίσης στὴν περίπτωση τῆς μικρῆς βαρείας καὶ τοῦ ἀποδόματος, τὰ ὁποῖα ἐπίσης διατήρησαν στὴν 2η φάση, ὡς ἔχοντα κάποια «ἐνέργεια»[11].  Ὅπως μάλιστα προαναφέραμε ἡ μικρὴ βαρεῖα ὑφίστατο καὶ στὶς ἀρχὲς τῆς 3ης φάσεως, οὗσα τὸ τελευταῖο ἀπὸ τὰ σημάδια ποὺ καταργήθηκαν. Φαίνεται πὼς ἡ μεγάλη προσδιοριστικότητα τῆς Νέας Μεθόδου κατέστησε περιττὸ τὸ μήνυμα ποὺ ἐκαλεῖτο νὰ μεταδώσει στὸν ψάλλοντα ἡ μικρὴ βαρεῖα. Τὸ δὲ ἀπόδομα ἀντικατεστάθη ἐπὶ τὸ πλεῖστον ἀπὸ τὰ ἀντίστοιχα χρονικὰ σημεῖα, ἢ καὶ ἀπὸ μιὰ μικρὴ ἀνάλυση (πχ ἐπὶ κατιούσης, μὲ τὴν προσθήκη βαρείας καὶ ἴσου ἔμπροσθεν).


Καταργηθεῖσες ὑποστάσεις

Ἔχοντας λοιπὸν ὑπ᾿ ὄψιν τὴν ὅλη συντηρητικὴ στάση τῶν τριῶν στὴν φάση αὐτή, ἡ σημειογραφία τοῦ κώδικος ΜΠΤ 716 καθίσταται πράγματι ἀποκαλυπτικὴ ὡς πρὸς τὶς ὑποστάσεις ποὺ ἐγκατελείφθησαν, ἐνῶ ὑφίσταντο στὸ πρωτότυπο παλαιό. Διότι ἀποδεικνύεται ὅτι τὰ σημάδια αὐτὰ στὴν ἀναλυτικὴ παλαιὰ γραφὴ ἐτίθεντο ἁπλῶς γιὰ τὴν τυπικὴ τήρηση τῆς προϋπαρχούσης ὀρθογραφίας ἢ ἔστω γιὰ τὴν φωτογραφικὴ ἐπισήμανση κάποιας θέσεως ἢ τμήματός της καὶ δὲν ἐξέφραζαν κάποια «ἐνέργεια». Ἐνδεχόμενη δὲ μεταγενέστερη ἀναλυτικοποίηση τῶν θέσεων στὶς ὁποῖες αὐτὰ ἐτίθεντο, δὲν θὰ πρέπει νὰ θεωρηθεῖ ὡς ἑρμηνεία τῶν σημείων αὐτῶν, ἀλλ᾿ ὡς καταγραφὴ τῆς ζώσης προφορικῆς ἑρμηνείας τῶν θέσεων, ἀνεξαρτήτως τῆς παλαιᾶς παρασημάνσεώς των.

Ἂς διεξέλθουμε ὅμως ἐν συντομίᾳ τὶς καταργηθεῖσες ὑποστάσεις:

  • ♦  Στρεπτόν:  Ἀντικαθίσταται ἀπὸ τὸ τρομικόν, κατὰ τὴν ἀναφορὰ τοῦ Μαρμαρηνοῦ καὶ τοῦ Κώνστα[12].
  • ♦  Πίασμα:  Συχνὰ ἐξαλείφεται ἁπλῶς, ἄλλοτε ἀντικαθίσταται ἀπὸ τὴν πεταστή, ἐνῶ σπανίως ἀναλύεται. Ἡ ἀντικατάστασις ἀπὸ τὴν πεταστή συναντᾶται κυρίως στὸν α΄ ἦχο καὶ τὸν βαρύ, καὶ μάλιστα σὲ ἕνα συγκεκριμένο κατάβασμα στὸν καθένα, ἀλλὰ καὶ πάλι ὄχι ἀπολύτως[13].
  • ♦  Παρακλητική:  Συνήθως ἀναλύεται μὲ τὸ γνωστὸ μέλισμα ἤ, ἐνίοτε, παραλείπεται ἁπλῶς.
  • ♦  Κύλισμα, Ἀντικενοκύλισμα, Ξηρὸν Κλάσμα:  Ἐγκαταλείπονται ὡς περιττά, προφανῶς ὡς δηλωτικὰ θέσεως καὶ μὴ ἔχοντα ἴδιον μέλος.
  • ♦  Κράτημα:  Κατεγράφη ἀναλυτικῶς.
  • ♦  Λύγισμα:  Κατὰ συντριπτικὴ πλειοψηφία ἐγκαταλείπεται ἁπλῶς, προφανῶς ὡς μὴ ἔχον καμμία ἐνέργεια. Εἰδικῶς ἡ περίπτωσις λυγίσματος σὲ σύμπλεγμα βαρείας-κεντήματος-ἀποστρόφου ἐξηγεῖται σχεδὸν πάντοτε ἀναλυτικῶς μὲ ἕνα μικρὸ ποίκιλμα.
  • ♦  Μικρὸν Ἴσον:  Ἡ ὀρθογραφία τῆς παλαιᾶς γραφῆς τὸ ζητοῦσε σὲ συλλα­βὲς ποὺ ἄρχιζαν μὲ 2 ἢ 3 σύμφωνα. Στὸν ΜΠΤ 716 ἐγκαταλείπεται ἁπλῶς.
  • ♦  Ἔσω Θεματισμὸς (ὡς μεγάλη ὑπόστασις):  Τὸ μέλος του παρεστάθη ἀναλυτικῶς.

Ἡ 3η σημειογραφικὴ φάση

Τὸν Σεπτέμβριο τοῦ 1816[14] ἔχει σχεδὸν ὁλοκληρωθεῖ ἡ σημειογραφικὴ ἐξέλιξις τῆς μεταρρυθμίσεως[15]. Εἶναι χαρακτηριστικὸ ὅτι σὲ πρώιμες ἐξηγήσεις τῆς Νέας Μεθόδου οἱ μοναδικὲς συναντώμενες ἀλλαγὲς ἀπὸ τὴν τελικῶς ἐπικρατήσασα μορφὴ τῆς παρασημαντικῆς εἶναι ἡ μικρὴ βαρεῖα (μὴ συμπεριλαμβανομένη ὅμως στὸ θεωρητικὸ τῆς Δημητσάνας) καὶ τὰ συμπλέγματα ἀντικενώματος μετὰ διπλῆς ἢ τριπλῆς. Ἡ λεπτομέρεια αὐτὴ προσδιορίζει χρονικῶς τὶς ἐξηγήσεις αὐτὲς –καὶ συνεπῶς μεταθέτει τὴν σχεδὸν ὁλοκληρωτικὴ ἀποπεράτωση τῆς μεταρρυθμίσεως− στὰ μέσα τοῦ 1816. Θεωρῶ δὲ πολὺ πιθανὸ νὰ εὑρεθοῦν κάποτε στοιχεῖα ποὺ θὰ μετατοπίσουν τὸ χρονικὸ αὐτὸ ὁρόσημο στὶς ἀρχὲς τοῦ 1816, ταυτισμένο μὲ τὴν ἔναρξη τοῦ 2ου ἔτους λειτουργίας τῆς μουσικῆς σχολῆς.


Τὸ Θεωρητικὸν τῶν 2 διδασκάλων

Ἐρώτημα ἐγείρεται ἐδῶ ὡς πρὸς τὴν χρονολογικὴ σχέση τοῦ Ν καὶ τῆς Εἰσαγωγῆς τῶν δύο διδασκάλων, ἐκδοθείσης προσφάτως ἀπὸ τὸν Ἐμμανουὴλ Γιαν­νό­πουλο. Στὸν κώδικα 301-637 τῆς Θεολογικῆς Ἀκαδημίας τοῦ Κιέβου, στὸν τίτλο τοῦ κειμένου τοῦ θεωρητικοῦ ἐπισυνάπτεται ἡ ἡμερομηνία 1η Μαΐου 1815, ἐνῶ τὸ ἴδιο τὸ θεωρητικὸ ἐμφανίζεται νὰ περιέχει τὴν τελικῶς ἐπικρατή­σασα σημειογραφία τῆς Νέας Μεθόδου. Ἡ ἡμερομηνία ὅμως αὐτὴ προβλη­μα­τίζει πολλαπλῶς:

  • α) εἶναι γραμμένη ἐκ τῶν ὑστέρων (ἂν καὶ πιθανότατα ἀπὸ τὸν ἴδιο γραφέα).
  • β) γράφτηκε στὸν τίτλο (κάτι σχετικὰ σπάνιο) καὶ ὄχι στὸν κολοφῶνα ὡς συνήθως.
  • γ) ὅπως μᾶς ἐνημερώνει ὁ ἐκδότης, ταυτίζεται μὲ τὴν ἡμερομηνία τῆς Εἰσαγωγῆς τοῦ Χρυσάνθου ποὺ προηγεῖται στὸν ἴδιο κώδικα. Πόσο πιθανὸ εἶναι ἄραγε ὁ Χρύσανθος καὶ ὁ Γρηγόριος νὰ ἔγραφαν ἀνεξαρτήτως ὁ καθένας καὶ ἀκριβῶς τὴν ἴδια ἡμέρα ἕνα θεωρητικό;
  • δ) ἡ ἴδια Εἰσαγωγὴ τῶν δύο διδασκάλων στὸν κώδικα Σινᾶ 1450 δὲν φέρει καμμία χρονολογία.

Δὲν εἶναι λοιπὸν τόσο ἁπλὸ νὰ δεχθοῦμε τὴν ἡμερομηνία αὐτὴ ὡς χρόνο συγ­γρα­φῆς τῆς Εἰσαγωγῆς τῶν δύο διδασκάλων. Τὰ σημεῖα τοῦ κειμένου στὰ ὁποῖ­α γράφεται θὰ μποροῦσαν ἐνδεχομένως νὰ μᾶς ὑποψιάσουν γιὰ κάποια ἀνα­φο­ρὰ στὴν λειτουργία τῆς μουσικῆς σχολῆς. Ἀλλὰ ἐν πάσῃ περιπτώσει, δὲν θὰ ἦ­ταν καθόλου ἐπιβεβλημένο καὶ νὰ δογματίσουμε ὅτι τὸ πρωτότυπο κείμενο τοῦ Γρηγορίου ἔμεινε ἀπαράλλακτο.  Ἀκόμη καὶ ἂν πρωτογράφτηκε ὄντως τό­σο νωρίς (καὶ εἶναι γεγονὸς ὅτι παρουσιάζει ἀρκετὰ στοιχεῖα παλαιᾶς νοοτρο­πί­ας, ἐνίοτε περισσότερο ἀκόμη καὶ ἀπὸ τὸ Ν, ὅπως ἡ ταύτιση ἤχων καὶ φθόγγων, ἡ ἀ­να­φορὰ στὴν ἔννοια τῆς διπλοπαραλλαγῆς καὶ γενικῶς πολλὲς συσχετίσεις μὲ τὴν παλαιὰ γραφή[16]), θὰ ἦταν ἐν τούτοις πολὺ λογικὸ ὁ Γρηγόριος νὰ τὸ ἀνα­προσ­άρμοσε στὴν συνέχεια τουλάχιστον ὡς πρὸς τὶς ἀπολύτως ὁρατὲς ἀνα­βαθ­μίσεις τῆς ὑπὸ διαμόρφωσιν ἀκόμη Νέας Μεθόδου.

 

[1] Οἱ δύο αὐτοὶ κώδικες μὲ τὶς ἰδιαιτερότητές τους δείχνουν νὰ συντάσσονται μὲ τὴν γνωστὴ παράδοση περὶ ἐξορίας τοῦ νεωτεριστοῦ Χρυσάνθου καὶ τῆς θριαμβευτικῆς ἀνακλήσεώς του ἔπειτα ἀπὸ τὰ σαφῆ δείγματα ἀποτελεσματικότητος τῆς διδασκαλίας του.

[2] Μὲ τὸν ὅρο μετροφωνία ἐννοοῦμε τὴν ἀντιστοίχιση φθόγγων καὶ χαρακτήρων, τὸ «μέτρημα τῶν φωνῶν». Βεβαίως πρόκειται γιὰ δάνειο ἐκ τῆς παλαιᾶς γραφῆς, κατὰ τὴν ὁποία ἡ μετροφωνία ἀποτελοῦσε ἰδιαίτερο συστατικό τῆς διδασκαλίας τῆς ψαλτικῆς.

[3] Ὑπάρχει μιὰ διαφορὰ τοῦ ἐν λόγω κώδικος σὲ σχέση μὲ τὸ ἔντυπο (ἡ μόνη ἴσως ἐπὶ τοῦ περιεχομένου, ἀσήμαντη ὅμως καὶ αὐτὴ ὡς πρὸς τὴν οὐσία τῆς θεωρίας) ἀφορῶσα στὸν συμβολισμὸ -καὶ ὄχι στὴν χρήση ἢ τὴν περιγραφὴ- τοῦ νῦν λεγομένου παρεστιγμένου γοργοῦ (§122). Στὸ χειρόγραφο ἀκολουθεῖται εἰσέτι ὁ ἐν τῷ αὐτογράφῳ τῆς Δημητσάνας συμβολισμός. Πάντως τὸ κείμενο τῆς Παντελεήμονος στὶς §§121-125 συμφωνεῖ πλήρως μὲ τοῦ Ἐντύπου, καὶ διαφέρει ἐλαφρῶς (κατὰ τὴν διατύπωση καὶ μόνον) ἀπὸ τὸ αὐτόγραφο. Στὸν χιλίων σελίδων κώδικα τοῦ Χουρμουζίου ΜΠΤ 703 τοῦ Σεπτεμβρίου 1818 (σελ. 51, 54, 68, 69, 71, 94, 103), τὸ παρεστιγμένον παρουσιάζεται μετὰ στιγμῆς (κατὰ τὸ καθιερωθέν). Ἐὰν δὲν πρόκειται γιὰ κάποια πρόσκαιρη ἀσυμφωνία Χρυσάνθου-Χουρμουζίου, ἡ λεπτομέρεια αὐτὴ ἀναδεικνύει τὸ κείμενο τοῦ Παντελεήμονος 256 (καὶ κατ᾿ ἐπέκτασιν τὸ τελικὸ κείμενο οὐσιαστικὰ τοῦ Μεγάλου Θεωρητικοῦ) ἤδη διαμορφωθὲν στὶς ἀρχὲς τοῦ αὐτοῦ ἔτους.

[4] Εἶναι χαρακτηριστικὸ ὅτι σὲ πλεῖστες παραγράφους «ἀντιγράφει» ἐπιλεκτικὰ προτάσεις ἢ καὶ λέξεις καὶ ἀπὸ τὸ Ἔντυπο καὶ ἀπὸ τὸ αὐτόγραφο, χωρὶς νὰ ὑπάρχει ἰδιαίτερος λόγος. Ἕνα ἀπὸ τὰ πιὸ ζωηρὰ παραδείγματα ποὺ ἀποκλείουν τὴν ὡς ἄνω ὑπόθεση εἶναι ἡ §206, τῆς ὁποίας ἡ διατύπωσις κατὰ βάσιν ὁμοιάζει περισσότερο μὲ τοῦ Ἐντύπου (§260), ἔχει ὅμως καὶ στοιχεῖα τοῦ αὐτογράφου καὶ μάλιστα τὸ λάθος της (§201, «διέσεως» ἀντὶ «ὑφέσεως»).

[5] Τὰ γνωστὰ χειρόγραφα τῆς φάσεως αὐτῆς διαφέρουν πως στὸν βαθμὸ ἀναλυτικότητος. Ἀπ᾿ ὅσο μποροῦμε νὰ ἐκτιμήσουμε δὲν προέρχονται ἀπὸ ἕναν καὶ τὸν αὐτὸν ἐξηγητή, πιθανότατα δὲ γράφτηκαν σὲ διαφορετικὴ στιγμὴ «ὡριμότητος» τῆς συγκεκριμένης σημειογραφικῆς φάσεως.

[6] Θὰ ἦταν ἰδιαίτερα ἐνδιαφέρον νὰ ἀνακαλύπταμε κάποτε πῶς περιέγραψε ὁ Χρύσανθος στὸ πρωτότυπο θεωρητικό του τὶς ἐνέργειες τοῦ τρομικοῦ.

[7] Ἡ ὑπόθεσεις αὐτὴ μπορεῖ νὰ συγκεράσει καὶ τὴν ἀναφερομένη παρακάτω ἡμερομηνία (1η Μαΐου 1815), ὡς χρό­νο συγγραφῆς τῆς Εἰσαγωγῆς τῶν δύο διδασκάλων Γρηγορίου καὶ Χουρμουζίου στὴν μορφὴ ποὺ ἔφθασε σὲ μᾶς. Ἐν τοιαύτῃ πε­ριπτώσει, θὰ πρέπει νὰ ὑποθέσουμε ὅτι τὸ (σχεδὸν) τελικὸ ξεκαθάρισμα τῆς σημειογραφίας ἔγινε θεωρητικῶς κα­τὰ τὴν διάρκεια τοῦ 1ου ἔτους λειτουργίας τῆς σχολῆς, ἐφαρμόστηκε ὅμως πρακτικῶς σὲ αὐτὴν μετὰ τὸ πέρας του.

[8] Ἀναφερόμαστε βεβαίως στὴν ἀναλυτικὴ μορφὴ τῆς παλαιᾶς γραφῆς, διὰ τῆς ὁποίας κατεγράφη τὸ Ἀναστασιματάριον τοῦ Πέτρου καὶ ὅλα τὰ σύντομα μέλη.

[9] Βλ. προηγούμενη σημ.

[10] Εἶναι ἀλήθεια ὅτι ἡ χρήση τοῦ ἐρυθροῦ τρομικοῦ δὲν εἶναι τόσο συνεπὴς στὸν ΜΠΤ 716, πιθανῶς ἀπὸ ἄγνοια τοῦ ἀντιγραφέως. Μελετώντας ὅμως κανεὶς συνδυαστικὰ καὶ τὰ λοιπὰ χειρόγραφα τῆς ἴδιας κατηγορίας, φθάνει μὲ ἀσφάλεια στὸ ὡς ἄνω συμπέρασμα. Γιὰ νὰ ἔχει κάποιος καλύτερη εἰκόνα του ἂς ἀνατρέξει στὸν πλ. β’ καὶ στὰ ἑωθινά, ὅπου κατὰ σύμπτωσιν συναντᾶται συχνότερα.

[11] Γιὰ τὸ ἀπόδομα γράφει ὁ Ἀπόστολος Κώνστας ὅτι «ποιεῖ ἑκάστου μαθήματος μέγα τέλος· τὸ δὲ κόκκινον ποιεῖ γραμμῆς τέλος» (Τεχνολογία, 1809), ἐνῶ ὁ Μαρμαρηνὸς σημειώνει ὅτι «ἀεὶ ἐν ταῖς ἀποδόσεσι τῶν θέσεων τίθεται» (Εἰσαγωγὴ μουσικῆς, 1749).

[12] «Τῷ δὲ τρομικῷ τε καὶ στρεπτῷ τὸν αὐτὸν τρόπον χρήσῃ ..., ὅταν δὲ δύο γραμμαὶ αἱ αὐταὶ συμπέσωσιν, ἐν τῇ πρώτῃ τίθεται τὸ τρομικὸν καὶ ἐν τῇ δευτέρᾳ τὸ ἐκστρεπτόν» (Κυρίλλου Μαρμαρηνοῦ, Εἰσαγωγὴ μουσικῆς, 1749).

«... εἴ τι εἶναι τὸ τρομικὸν τὸ ἴδιον εἶναι καὶ τὸ ἐκστρεπτόν. Καὶ ὅταν τύχουν διπλαὶ γραμμαί, ἐμβαίνει εἰς τὴν πρώτην τρομικὸν καὶ εἰς τὴν δευτέραν ἐκστρεπτόν» (Ἀποστόλου Κώνστα, Τεχνολογία, 1809).

[13] Οἱ ἐπιλογὲς στὴν «ἐξήγηση» τοῦ πιάσματος μᾶς κατευθύνουν στὴν ὑπόθεση ὅτι ἡ ἐξήγησις τοῦ Ἀναστασιματαρίου στὴν Νέα Μέθοδο βασίστηκε στὸν ΜΠΤ 716.

[14] Χρόνος συγγραφῆς τοῦ θεωρητικοῦ τῆς Δημητσάνας.

[15] Οὐσιαστικὰ οἱ μόνες ἐκ τῶν ὑστέρων σημειογραφικὲς ἀλλαγὲς −ὁπωσδήποτε ἀσήμαντες− ἀφοροῦν στὸν συμβολισμὸ (καὶ ὄχι στὴν περιγραφή) τοῦ παρεστιγμένου γοργοῦ καὶ στὴν μετάλλαξη τῶν συνθέσεων    σὲ . Οἱ τελευταῖες ἐνῶ ἤδη χρησιμοποιοῦνται ἀπὸ τὸν Χουρμούζιο στὰ 1818, διατηροῦν τὴν παλαιὰ μορφή τους στὸ ἔντυπο Μέγα Θεωρητικό, κάτι ποὺ μᾶς ὑποψιάζει ὅτι ἡ μετάλλαξη αὐτὴ ἔγινε ἄτυπα.

[16] Ὅπως σημειώνει καὶ ὁ ἐκδότης Ἐμμανουὴλ Γιαννόπουλος, εἶναι ἐνδιαφέρον ὅτι πολὺ συχνὰ ἡ ἀνα­φο­ρὰ τῶν δύο διδασκάλων στοὺς παλαιοὺς ἐκ­κλη­σιαστικοὺς μουσικοὺς γίνεται σὲ χρόνο ἐνεστῶτα: λέ­γου­σιν, ὑποδιαιροῦσιν, πα­ραλλαγίζουσιν, προφέρουσιν κ.ο.κ.

Ἔχει διαβαστεῖ 1373 φορές

Σχόλια

Δὲν ὑπάρχουν σχόλια γιὰ αὐτὸ τὸ ἄρθρο

Δὲν σᾶς ἐπιτρέπεται ἡ ὑποβολὴ σχολίων Παρακαλοῦμε συνδεθεῖτε

Ἐνημερωτικὰ δελτία

Διαγραφή

Ὰν δὲν ἐπιθυμεῖτε νὰ λαμβάνετε πλέον ἐνημερωτικὰ δελτία, γράψτε ἐδῶ τὸν Κωδικὸ Διαγραφῆς ποὺ ἐμφανίζεται στὸ δελτίο ποὺ λάβατε ἀπὸ ἐμᾶς καὶ πατῆστε Διαγραφή

http://www.martyries.gr/inner.php/ajax
Παρακαλῶ περιμένετε...
Ἄκυρη διεύθυνση ἠλεκτρονικοῦ ταχυδρομείου

Πόσοι διαβάζουν τὶς Μαρτυρίες

Ἔχουμε συνδεδεμένους 2 ἐπισκέπτες καὶ 0 μέλη

Σύνδεση